- κατάχρεως
- κατάχρεως(Α)βλ. κατάχρεος.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
καταχρέως — κατάχρεος involved in debt adverbial κατάχρεος involved in debt masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κατάχρεος — η, ο (Α κατάχρεος, ον και κατάχρεως, ων) αυτός που βαρύνεται από πολλά χρέη, αυτός που χρωστά πολλά, καταχρεωμένος, πηγμένος στα χρέη («πολλοὶ δὲ καὶ τῶν ἀπόρων καὶ καταχρέων ἄσμενοι τὴν μεταβολὴν προσεδέξαντο», Διόδ.) αρχ. 1. (το ουδ. πληθ. ως… … Dictionary of Greek